Σχολική Ετοιμότητα: Τι Κρύβεται Πραγματικά Πίσω από τη Φράση “Είναι Έτοιμο για την Α’ Δημοτικού”;

 

Η έννοια της σχολικής ετοιμότητας έχει εξελιχθεί σημαντικά τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Σήμερα, σε σύγχρονα παιδιατρικά κέντρα στις Ηνωμένες Πολιτείες —και ιδιαίτερα στην Καλιφόρνια— η προσέγγιση είναι ολιστική, πολυεπίπεδη και βασισμένη σε ερευνητικά δεδομένα από τομείς όπως η αναπτυξιακή ψυχολογία, η νευροεπιστήμη και η παιδιατρική λογοθεραπεία. Η φράση «είναι έτοιμο για το σχολείο» δεν αφορά πλέον μια γενική εντύπωση ωριμότητας αλλά ένα συγκεκριμένο προφίλ δεξιοτήτων, το οποίο επιτρέπει στο παιδί να συμμετέχει ενεργά και λειτουργικά στη μαθησιακή διαδικασία.

Παραδοσιακά, πολλοί γονείς θεωρούσαν ότι η σχολική ετοιμότητα συνδέεται με την πρώιμη εκμάθηση γραμμάτων, αριθμών ή την ικανότητα να γράφει το παιδί το όνομά του. Ωστόσο, η επιστήμη δείχνει ότι η ακαδημαϊκή γνώση δεν αποτελεί τον κύριο δείκτη επιτυχούς μετάβασης. Στην πραγματικότητα, οι γνωστικές και μαθησιακές δεξιότητες χτίζονται πάνω σε πολύ πιο θεμελιώδεις ικανότητες: γλωσσική κατανόηση, προσοχή, οπτικοκινητική οργάνωση, φωνολογική επίγνωση, συναισθηματική ρύθμιση και κοινωνική προσαρμογή.

Σύμφωνα με μελέτες από τα National Institutes of Health (NIH) και το Center on the Developing Child του Harvard, η σχολική ετοιμότητα αποτελεί συνδυασμό τεσσάρων πυλώνων:
1. Γλωσσική και επικοινωνιακή ικανότητα
2. Εκτελεστικές λειτουργίες
3. Κοινωνικο-συναισθηματική ωριμότητα
4. Κινητική ανάπτυξη (λεπτή και αδρή)

Οι λογοθεραπευτές, εργοθεραπευτές και παιδοψυχολόγοι εξετάζουν πώς αυτοί οι τομείς συνεργάζονται. Για παράδειγμα, ένα παιδί που δυσκολεύεται στη γλωσσική κατανόηση μπορεί να δυσκολευτεί να ακολουθήσει οδηγίες στην τάξη. Ένα παιδί με αδύναμες εκτελεστικές λειτουργίες μπορεί να μοιάζει «αποδιοργανωμένο», παρότι είναι πανέξυπνο. Ένα παιδί με ανώριμη λεπτή κινητικότητα μπορεί να αποφεύγει δραστηριότητες γραφής, όχι επειδή «δεν θέλει», αλλά επειδή κουράζεται γρήγορα και δεν έχει το απαιτούμενο μυϊκό υπόβαθρο.

Η σχολική ετοιμότητα δεν είναι μία «σφραγίδα» αλλά ένα αναπτυξιακό μονοπάτι. Παιδιά που φαίνονται ανώριμα τον Ιανουάριο μπορούν, με σωστή υποστήριξη, να κάνουν αξιοσημείωτες προόδους μέχρι τον Ιούνιο. Άλλα παιδιά, αντίθετα, δείχνουν σταθερές δυσκολίες σε πολλαπλούς τομείς και τότε οι ειδικοί προτείνουν αξιολόγηση για να δοθεί στοχευμένη υποστήριξη πριν την Α’ Δημοτικού.
Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο είναι η συναισθηματική διαθεσιμότητα. Παιδιά που μπορούν να ρυθμίζουν την απογοήτευση, να περιμένουν τη σειρά τους, να ζητούν βοήθεια και να συμμετέχουν σε ομαδικά πλαίσια έχουν σαφές πλεονέκτημα. Η συναισθηματική ανωριμότητα μπορεί να επηρεάσει όλες τις υπόλοιπες δεξιότητες, ακόμη κι αν αυτές είναι τυπικές για την ηλικία.

Οι ειδικοί συμφωνούν επίσης ότι η σχολική ετοιμότητα δεν είναι ανταγωνισμός. Κανένα παιδί δεν πρέπει να μπαίνει στην Α’ Δημοτικού με άγχος ή πίεση για επίδοση. Ο στόχος είναι να εισέλθει με χαρά, ασφάλεια και τις απαραίτητες βάσεις για να χτίσει νέες δεξιότητες.
Τελικά, η σωστή κατανόηση της σχολικής ετοιμότητας δίνει στους γονείς ένα ισχυρό εργαλείο: τη δυνατότητα να υποστηρίξουν το παιδί τους με τρόπο ουσιαστικό, έγκαιρο και επιστημονικά τεκμηριωμένο.